απογοητεύομαι


απογοητεύομαι
απογοητεύομαι, απογοητεύτηκα και απογοητεύθηκα, απογοητευμένος βλ. πίν. 20

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αελπτώ — ἀελπτῶ ( έω) (Α) [ἄελπτος] (μόνο στη μτχ.) δεν έχω ελπίδα, απελπίζομαι, απογοητεύομαι, βρίσκομαι σε απόγνωση …   Dictionary of Greek

  • απαγορεύω — (AM ἀπαγορεύω) [αγορεύω] δεν επιτρέπω να γίνει κάτι, εμποδίζω μσν. 1. απελπίζομαι, απογοητεύομαι 2. αποφεύγω 3. ( ομαι) απελπίζω κάποιον αρχ. 1. σταματώ, διακόπτω, εγκαταλείπω 2. κουράζομαι, εξαντλούμαι 3. μεταπείθω κάποιον 4. διακηρύσσω 5. (για… …   Dictionary of Greek

  • απελπίζω — (ΑΜ ἀπελπίζω) 1. χάνω την ελπίδα μου, απογοητεύομαι 2. κάνω κάποιον να χάσει την ελπίδα του αρχ. 1. ελπίζω ότι κάτι δεν θά συμβεί 2. περιμένω ανταπόδοση 3. ( ομαι) χάνω την ελπίδα μου …   Dictionary of Greek

  • αποκρυαίνω — κ. κρυγιαίνω (Μ ἀποκρυαίνω) 1. χάνω τη θερμότητά μου, γίνομαι κρύος 2. παγώνω από φόβο 3. απογοητεύομαι …   Dictionary of Greek

  • παρελπίζω — Α χάνω τις ελπίδες μου, απογοητεύομαι …   Dictionary of Greek

  • ρίχνω — ῥίπτω, ΝΜΑ, και ρίχτω και ρήχνω Ν 1. πετώ κάτι μακριά, τό ωθώ με δύναμη ώστε να πάει μακριά (α. «τού ριξα μια πέτρα») β. «ῥίπτω το ἀπὸ τοῡ σκουτελίου», Πρόδρ. γ. «ὠή, ῥίψω πέτραν τάχα σου», Ευρ. δ. «σφαῑραν ἔπειτ ἔρριψε μετ ἀμφίπολον βασίλεια»,… …   Dictionary of Greek

  • χρεωκοπώ — και χρεοκοπώ / χρεωκοπῶ και χρεοκοπῶ, έω, ΝΑ [χρεωκόπος] νεοελλ. 1. αδυνατώ να εκπληρώσω τις οικονομικές μου υποχρεώσεις, να πληρώσω τα χρέη μου, κηρύσσω πτώχευση 2. μτφ. εκπίπτω ηθικώς, χάνω την ισχύ και το κύρος μου, αποτυγχάνω, φαλίρω («πέτυχε …   Dictionary of Greek

  • βαρυγκομώ — ησα 1. δυσφορώ με κάποιον, παραπονιέμαι, δυσανασχετώ: Μη βαρυγκομάς με τα παιδιά σου. 2. απελπίζομαι, απογοητεύομαι: Βαρυγκόμησε ο καημένος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)